Ο αγώνας τύπου Γκάντι δεν αποτέλεσε ποτέ επιλογή για τη Γάζα

Του Ramzy Baroud

Ο Ramzy Baroud είναι διδάκτορας της Ιστορίας των Λαών στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ, υπεύθυνος έκδοσης του Middle East Eye, αρθρογράφος, σύμβουλος ΜΜΕ, συγγραφέας και ιδρυτής του PalestineChronicle.com

 

«Πού είναι o Παλαιστίνιος Γκάντι; Σε ισραηλινή φυλακή, φυσικά!» ήταν ο τίτλος ενός άρθρου του Jo Ehrlich που δημοσιεύθηκε στο Mondoweiss.net στις 21 Δεκεμβρίου του 2009. Γράφτηκε σχεδόν ένα χρόνο μετά από τη λήξη ενός μεγάλου πολέμου του Ισραήλ εναντίον της Γάζας, την επιχείρηση ‘’Χυτό Μολύβι’’ (27 Δεκεμβρίου 2008 – 18 Ιανουαρίου 2009), που ήταν μέχρι πρόσφατα η πιο αιματηρή ισραηλινή επίθεση εναντίον της Λωρίδας εδώ και πολλά χρόνια.

Ο Ehrlich υποτιμά το ζήτημα για τον «Παλαιστίνιο Γκάντι» ενώ παράλληλα απαντά σε μια προσέγγιση που πατρονάρει και που είχαν κάνει διάφοροι άλλοι σχετικά: ‘’όχι ότι συμμετέχω με τον οποιονδήποτε τρόπο στο διάλογο για τον Παλαιστίνιο Γκάντι, νομίζω ότι είναι στην πραγματικότητα αρκετά αποπροσανατολιστικός/ ρατσιστικός. Αλλά μερικές φορές πρέπει να γελάσεις για να μην κλάψεις…’’, γράφει στην εισαγωγική του παράγραφο.

Πράγματι, η έννοια ενός «Παλαιστίνιου Γκάντι» ήταν και παραμένει αδαής, ρατσιστική και μια έννοια που πατρονάρει. Το ερώτημα είναι ωστόσο αναπόφευκτο, ιδιαίτερα για εκείνους τους ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται ως «φιλοπαλαιστίνιοι ακτιβιστές».

Ο τελευταίος πόλεμος του Ισραήλ – η επιχείρηση ‘’Προστατευτική Αιχμή’’ – έχει ξεπεράσει το ‘’Χυτό Μολύβι’’ όσον αφορά τη διάρκεια, τις απώλειες, το επίπεδο καταστροφής – και την απόλυτη φρίκη του να στοχεύεις αμάχους – και ωστόσο το ζήτημα περί Γκάντι φαίνεται να έχει ατονήσει περισσότερο από το συνηθισμένο.

Για να καταλάβουμε γιατί, πρέπει να εξετάσουμε πρώτα τους λόγους για τους οποίους απαιτείται από τους Παλαιστίνιους να δημιουργήσουν μια μη-βίαιη εναλλακτική τύπου Γκάντι στον αγώνα τους για ελευθερία.

Η δεύτερη παλαιστινιακή Ιντιφάντα (εξέγερση) μεταξύ 2000 – 2005 προκάλεσε μια εξαιρετικά βίαιη αντίδραση από το Ισραήλ. Οι Ισραηλινοί ηγέτες εκείνης της περιόδου ήθελαν να στείλουν ένα μήνυμα στον τότε Παλαιστίνιο ηγέτη, Γιάσερ Αραφάτ, ότι δεν είχαν καμία υπομονή με πράξεις συλλογικής ανυπακοής. Το Ισραήλ ήταν πεπεισμένο ότι ο Αραφάτ οργάνωσε την Ιντιφάντα για να ενισχύσει την πολιτική του θέση στις «ειρηνευτικές συνομιλίες» που αποδείχθηκαν άνευ αξίας.

Μπλεγμένοι σε μια απαράδεκτη κατάσταση, που περιελάμβανε την αντιμετώπιση της στηριζόμενης από τις ΗΠΑ ισραηλινής πολεμικής μηχανής – και χωρίς καμία εμπιστοσύνη στην ηγεσία τους – οι Παλαιστίνιοι κατέφυγαν στα όπλα, κάνοντας βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας και χρησιμοποιώντας και άλλες βίαιες μεθόδους.

Η τακτική αυτή προκάλεσε μεγάλη αντιπαράθεση – λόγω του αριθμού των νεκρών μεταξύ των Ισραηλινών αμάχων – και την εκμεταλλεύτηκε γρήγορα η ισραηλινή και η δυτική προπαγάνδα προκειμένου να εξηγήσει εκ των υστέρων την ισραηλινή στρατιωτική κατοχή και να δικαιολογήσει τις σκληρές στρατιωτικές μεθόδους.

Εκείνοι που τόλμησαν να εξηγήσουν την παλαιστινιακή βία εντός του αρμόζοντος πλαισίου, ή που επεσήμαναν ότι πολλοί περισσότεροι Παλαιστίνιοι άμαχοι σκοτώνονταν ακόμα από τον ισραηλινό στρατό, αποκλείστηκαν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κατά καιρούς αντιμετωπίζονταν ως βαρίδια από εκείνους που επέμεναν να κατατάσσουν τους Παλαιστίνιους ως θύματα.

Πολλοί Δυτικοί (από Προέδρους, διανοούμενους, δημοσιογράφους μέχρι ακτιβιστές των μέσων κοινωνικής δικτύωσης) συζήτησαν το θέμα με ενθουσιασμό. Το γεγονός ότι λίγες Δυτικές χώρες έχουν βιώσει πραγματικά έναν αντιαποικιακό εθνικό απελευθερωτικό αγώνα στη σύγχρονη ιστορία τους, και στερούνται συνεπώς πραγματικής κατανόησης της ταπείνωσης και της οργής που αισθάνονται αυτά τα έθνη, φαίνεται να απασχολεί λίγους. Ορισμένοι ήταν απλά ανήσυχοι για το Ισραήλ και τίποτα παραπάνω. Άλλοι ήθελαν να διατηρήσουν την εικόνα του Παλαιστίνιου ως ενός κατακτημένου, δύσμοιρου, αιώνιου θύματος.

Η πιο διαβόητη παρουσίαση αυτής της γραμμής έγινε από τον τότε νεοεκλεγέντα Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος από το βάθρο ενός πανεπιστημίου του Καΐρου στις 4 Ιουνίου 2009, απηύθυνε στους Παλαιστίνιους ένα υποτιμητικό, πλήρες αναισθησίας και άκρως ανακριβές μήνυμα:

«Οι Παλαιστίνιοι πρέπει να εγκαταλείψουν τη βία. Η αντίσταση μέσω της βίας και των δολοφονιών είναι λανθασμένη και δεν έχει αποτέλεσμα. Επί αιώνες, οι μαύροι άνθρωποι στην Αμερική υπέστησαν τη βία του μαστιγίου ως σκλάβοι και την ταπείνωση του διαχωρισμού.…

Αλλά δεν ήταν η βία με την οποία κέρδισαν πλήρη και ίσα δικαιώματα. Η ίδια αυτή ιστορία μπορεί να ειπωθεί από ανθρώπους από τη Νότια Αφρική ως τη Νότια Ασία, από την Ανατολική Ευρώπη ως την Ινδονησία. Είναι μια ιστορία που περιέχει μια απλή αλήθεια: ότι η βία αποτελεί αδιέξοδο.»

Το μήνυμα του Ομπάμα περιέγραψε τον παλαιστινιακό αγώνα ως μια ανωμαλία μεταξύ απόλυτα ειρηνικών εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό το μήνυμα ήταν φυσικά αναληθές.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ είτε δεν γνώριζε είτε επέλεξε να αποσιωπήσει την παλαιστινιακή ιστορία της μη βίαιης αντίστασης που ανάγεται στις δεκαετίες του 1920 και του 1930 – και αναμφισβήτητα και νωρίτερα από τότε.

O Ομπάμα, όπως και πολλοί άλλοι, απέτυχε να αναγνωρίσει πόσο πολύ η ακραία ισραηλινή βία, με τη χρήση όπλων που οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προμηθεύουν το Τελ Αβίβ, έχει συντελέσει στην καθυπόταξη της παλαιστινιακής αντίστασης. Τα όπλα της Ουάσιγκτον βοήθησαν επίσης το Ισραήλ να διατηρήσει μία σχετικά εύκολη στρατιωτική κατοχή και να κρατήσει τους ισραηλινούς εποικισμούς που ευδοκιμούν σε κλεμμένα παλαιστινιακά εδάφη.

Όμως το αποφασιστικό σημείο της συζήτησης ήταν η δεύτερη Ιντιφάντα, που υποκίνησε ισχυρή ισραηλινή βία, με αποτέλεσμα το θάνατο χιλιάδων. Οι πολιτικές επιπτώσεις της εξέγερσης ήταν επίσης αρκετά σημαντικές καθώς διαίρεσε τους Παλαιστίνιους μεταξύ εκείνων που εκφοβισμένοι από τις ισραηλινές τακτικές κατέληξαν σε υποταγή (οι λεγόμενοι μετριοπαθείς) και τους υπόλοιπους που έμειναν αμετανόητοι (οι λεγόμενοι ριζοσπαστικοί).

Εδώ και σχεδόν 10 χρόνια τώρα η συζήτηση μαίνεται. Ορισμένοι καταδίκασαν εντελώς την παλαιστινιακή ένοπλη αντίσταση, άλλοι έκαναν κριτική τόσο στη βία του Ισραήλ όσο και σε αυτήν της Χαμάς, ενώ μια άλλη ομάδα απεφάνθη ότι είναι μάταιος ο ένοπλος αγώνας απέναντι σε μια χώρα με πυρηνικά όπλα.

Αυτή η αντιπαράθεση προκάλεσε ενδιαφέρουσες συζητήσεις σε διαδικτυακές εφημερίδες και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά ελάχιστα απασχόλησε τους απλούς Παλαιστινίους, ιδίως αυτούς στη Γάζα. Οι διανοούμενοι της Γάζας ανέπτυξαν νέες ιδέες σχετικά με το να οικοδομήσουν διεθνή αλληλεγγύη με σκοπό τον τερματισμό της ισραηλινής πολιορκίας, να περάσουν το μήνυμά τους στον κόσμο, ακόμη και να αναρωτηθούν για την καταλληλότητα της χρονικής συγκυρίας ως προς τη ρίψη ρουκετών στο Ισραήλ, όμως λίγοι αμφισβήτησαν την αρχή της ένοπλης αντίστασης.

Φυσικά, οι Παλαιστίνιοι γνωρίζουν καλύτερα – πολύ περισσότερο από τον Ομπάμα και άλλους κήρυκες εκ του ασφαλούς. Ξέρουν ότι η συλλογική αντίσταση δεν είναι πάντα μια τακτική που καθορίζεται μέσα από συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ότι όταν τα παιδιά κάποιου κονιορτοποιούνται από την παρεχόμενη από τις ΗΠΑ δολοφονική τεχνολογία δεν είναι ώρα να ξαπλώσει και να τραγουδήσει το «we shall overcome» – ειδικά όταν πρόκειται να αποτραπούν τανκς από το να εισέλθουν σε γειτονιές όπως η Shujaiya, η Jabalya ή η Maghazi.

Οι Παλαιστίνιοι γνωρίζουν επίσης ότι η ισραηλινή κρατική βία είναι αποτέλεσμα μιας προαποφασισμένης πολιτικής ατζέντας και όχι προσαρμοσμένη στην εκάστοτε μορφή της παλαιστινιακής αντίστασης. Πιο ουσιαστικά, η ιστορία τους έχει διδάξει ότι όταν οι Ισραηλινοί έρθουν στη Γάζα ως εισβολείς, λίγοι θα την υπερασπιστούν απέναντι στη χρηματοδοτούμενη από τη Δύση φονική μηχανή, εκτός από τους ίδιους τους γιους και τις κόρες της Γάζας. Αν οι κάτοικοι της Γάζας δεν υπερασπιστούν τα εδάφη τους, κανείς άλλος δεν θα το κάνει.

Αν και η δυσαναλογία της στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ του ισραηλινού στρατού και της παλαιστινιακής αντίστασης είναι πιο έντονη σήμερα από ποτέ άλλοτε, η παλαιστινιακή αντίσταση έχει ωριμάσει. Το γεγονός ότι σκότωσαν δεκάδες στρατιώτες και μόνο τρεις αμάχους πρέπει να τονιστεί, ενώ το Ισραήλ σκόπιμα στοχεύει νοσοκομεία, σχολεία, καταφύγια του ΟΗΕ, ακόμα και νεκροταφεία. Η διατήρηση ενός τέτοιου επιπέδου αυτοσυγκράτησης στην πιο άνιση από όλες τις μάχες αποτελεί τιτάνιο έργο και αντανακλά μια ηθική που οι ΗΠΑ και οι ισραηλινές δυνάμεις ποτέ δεν σέβονται οι ίδιες.

Όσο σπουδαίος κι αν ήταν ο Γκάντι στο πλαίσιο του αγώνα της χώρας του κατά της αποικιοκρατίας, και όσο κι αν παραμένει ο ίδιος μία πηγή έμπνευσης για πολλούς Παλαιστίνιους, η Παλαιστίνη έχει τους δικούς της ήρωες, τους αντιστασιακούς, τις γυναίκες και τους άνδρες που σήμερα δημιουργούν τον δικό τους θρύλο στη Γάζα και στην υπόλοιπη Παλαιστίνη.

Όσο για εκείνους που ρωτούν επίμονα που είναι ο Παλαιστίνιος Γκάντι, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιήσουν την ενέργειά τους για να εμποδίσουν τις κυβερνήσεις τους να προμηθεύουν το Ισραήλ με όπλα, αυτά τα όπλα που μέχρι την 1η Αυγούστου είχαν σκοτώσει πάνω από 1.500 ανθρώπους και τραυματίσει πάνω από 8.000 – στη συντριπτική τους πλειοψηφία αμάχους.

Άρθρο μεταφρασμένο από το PIC

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: