Στο Ισραήλ μπορεί κανείς να μποϊκοτάρει τα πάντα εκτός από την ίδια την κατοχή

του Νόαμ Σέιζαφ

Ο νόμος για το μποϊκοτάζ δεν θα τερματίσει το κίνημα BDS (Μποϊκοτάζ-Απόσυρση επενδύσεων-Κυρώσεις). Η πραγματική του σημασία έγκειται στην ποινικοποίηση κάθε αντίθεσης στην κατοχή.

Πριν λίγους μήνες ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ Άβιγκντορ Λίμπερμαν ζητούσε μποϊκοτάζ των επιχειρήσεων που ανήκουν σε Άραβες πολίτες της χώρας. Μια τέτοια έκκληση – στυγνός ρατσισμός σε βάρος του 20% των ισραηλινών πολιτών, ανεξάρτητα των ενεργειών, των θέσεων και της πολιτικής τους τοποθέτησης – είναι πλήρως ενσωματωμένη στο ισραηλινό κυρίαρχο ρεύμα. Ο ίδιος ο Λίμπερμαν αποτελεί θεμιτό εταίρο τόσο για το Εργατικό κόμμα όσο και για το Λικούντ. Ωστόσο, η έκκληση για μποϊκοτάζ όσων αποκομίζουν κέρδος από την κατοχή θεωρείται πλέον επισήμως αστικό αδίκημα. Αυτό είναι το συμπέρασμα της ετυμηγορίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ενέκρινε τον νόμο κατά του μποϊκοτάζ που πέρασε το κοινοβούλιο (Κνεσέτ), με εξαίρεση ένα και μοναδικό άρθρο, την Τετάρτη 15 Απριλίου.

Η δικαστική απόφαση διατυπώνεται σε ένα επιβλητικό κείμενο 200 σελίδων γεμάτο νομικές ακροβασίες και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Το μποϊκοτάζ, λέει το δικαστήριο, συνιστά μορφή διάκρισης. Ένας από τους δικαστές προχωρά ακόμη περισσότερο χρησιμοποιώντας τον οργουελιανό όρο “πολιτική πράξη τρομοκρατίας”. Όμως το μποϊκοτάζ αποτελεί ιδιαίτερα συνηθισμένη πολιτική ενέργεια τόσο στο Ισραήλ όσου και αλλού. Υπάρχουν αυτοί που μποϊκοτάρουν καταστήματα που πωλούν γούνες, άλλοι που μποϊκοτάρουν εστιατόρια που σερβίρουν μη επιτρεπόμενα φαγητά, άνθρωποι που μποϊκοτάρουν την Τουρκία λόγω των πολιτικών της καθώς και πολλά άλλα παραδείγματα. Όλα αυτά γίνονται ανενόχλητα στο φως της μέρας και συχνά στηρίζονται από πολιτικά κόμματα, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και δημόσια πρόσωπα. Και αυτό χωρίς να αναφέρουμε το με ρατσιστικό κίνητρο μποϊκοτάζ που έχει ως στόχο τον Παλαιστινιακό πληθυσμό, που επίσης εφαρμόζεται ανεμπόδιστα. Αλλά μποϊκοτάζ των προϊόντων που παράγονται σε εποικισμούς? Απαγορεύεται! Το συμπέρασμα είναι ότι σήμερα στο Ισραήλ μπορεί κανείς να μποϊκοτάρει τα πάντα εκτός από την ίδια την κατοχή.

Ο δικαστής Μέλτζερ, που συνέταξε το μεγαλύτερο μέρος της απόφασης, υποστηρίζει ότι το μποϊκοτάζ – και ιδιαίτερα το ακαδημαϊκό – “φιμώνει τον πνευματικό διάλογο”. Με άλλα λόγια, το μποϊκοτάζ είναι που πλήττει τη δημοκρατία και την ελευθερία του λόγου. Στον θεωρητικό κόσμο του Ανωτάτου Δικαστηρίου η κατοχή αποτελεί πνευματικό ζήτημα που πρέπει να μπορεί να συζητηθεί με ορθολογικό τρόπο στη δημόσια σφαίρα. Στην πραγματικότητα όμως, η κατοχή είναι ένα καθεστώς που στερεί εκατομμύρια ανθρώπους από τα πολιτικά τους δικαιώματα και με αυτόν τον τρόπο τους αρνείται τη συμμετοχή στη δημόσια διαδικασία της λήψης αποφάσεων. Αν οι Παλαιστίνιοι είχαν το δικαίωμα να ψηφίζουν και να συμμετέχουν στη πολιτική σφαίρα που καθορίζει τη μοίρα τους, δεν θα υπήρχε ανάγκη για μποϊκοτάζ.

Οι Ισραηλινοί δεν έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν “δημοκρατικά” την άρνηση των δικαιωμάτων εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι Παλαιστίνιοι και οι Ισραηλινοί έχουν το δικαίωμα να αντιταχθούν σε μια τέτοια απόφαση, ανεξαρτήτως της πλειοψηφίας που βρίσκεται πίσω της. Το μποϊκοτάζ είναι ένα μη βίαιο εργαλείο σε αυτήν την πολιτική μάχη και επομένως συμπεριλαμβάνεται στις πιο θεμιτές μορφές αντίστασης. Δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι στην ιστορία των κινημάτων για τα πολιτικά δικαιώματα σε όλον τον κόσμο συγκαταλέγονται αναρίθμητα παραδείγματα πετυχημένων εκστρατειών μποϊκοτάζ. Το Ανώτατο Δικαστήριο και η Κνεσέτ έθεσαν εκτός νόμου μία από τις πλέον αποδεκτές μορφές πολιτικής δράσης τόσο στο Ισραήλ όσο και παγκοσμίως για να συντηρήσουν την κατοχή. Είναι τόσο απλό.

Αυτή η απόφαση βάζει τέλος, μια για πάντα, στον μύθο του “φιλελεύθερου” Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ισραήλ. Τα τελευταία χρόνια το δικαστήριο ενέκρινε το νόμο για τη Νάκμπα (επιτρέποντας στο κράτος να αποσύρει επιχορηγήσεις από ιδρύματα που διδάσκουν την Παλαιστινιακή Καταστροφή του 1948), το νόμο για τα “κριτήρια αποδοχής” (που επιτρέπει σε μικρές κοινότητες να απορρίπτουν αιτούντες με βάση τη φυλή ή την εθνότητα) και το νόμο για την “υπηκοότητα” (απαγορεύοντας σε Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ που παντρεύονται Παλαιστίνιους που δεν έχουν την υπηκοότητα να εγκαθίστανται εντός της επικράτειας με τον/την σύζυγο). Υπάρχουν και άλλες προβληματικές αποφάσεις, που δεν έτυχαν μεγάλης προσοχής, όπως αυτή που επιτρέπει στο Ισραήλ τη λειτουργία λατομείων στη Δυτική Όχθη, προσπορίζοντας κέρδος από τον λιγοστό φυσικό πλούτο που ανήκει στους Παλαιστίνιους, σε μια άμεση παραβίαση του διεθνούς δικαίου για τα κατεχόμενα εδάφη.

Μια ευρύτερη ιστορική ματιά αποκαλύπτει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο ουδέποτε προσπάθησε πραγματικά να αποτρέψει κάποιο από τα σημαντικά μέτρα που το Ισραήλ εφάρμοσε στα εδάφη που έθεσε υπό κατοχή το 1967. Ούτε τις κατασχέσεις γαιών, ούτε τους εποικισμούς, ούτε τα βασανιστήρια, ούτε τις στοχευμένες δολοφονίες, ούτε την ανέγερση του τείχους διαχωρισμού σε παλαιστινιακή γη. Ωστόσο, το δικαστήριο έθεσε κάποιους περιορισμούς. Με άλλα λόγια, πρόσφερε το νομικό πλαίσιο για το πώς να κατάσχονται εκτάσεις και μετά να εποικίζονται, πότε να γίνονται βασανιστήρια και ποιος να εκτελείται. Το δικαστήριο δεν ήταν ποτέ εργαλείο στον αγώνα ενάντια στην κατοχή αλλά αδιάσπαστο κομμάτι της δομής της. Ο ρόλος του ήταν να εισάγει τις απαραίτητες ρυθμίσεις ανάμεσα στην κατοχή και το ισραηλινό νομικό σύστημα.

Τώρα το Ανώτατο Δικαστήριο παίρνει μέρος στη δηλητηριώδη στροφή που κάνει το Ισραήλ, στη σταδιακή υιοθέτηση ενός εθνικιστικού διαλόγου που προωθεί το διαχωρισμό και επιβάλλει περιορισμούς στις απόψεις και τις σκέψεις. Αυτό περιλαμβάνει περιορισμούς στη συζήτηση για τη Νάκμπα, στην προώθηση της φιλελεύθερης αντίληψης ενός κράτους για όλους τους πολίτες του και στη χρήση του μποϊκοτάζ ως πολιτικού εργαλείου. Μη δημοφιλείς απόψεις γίνονται παράτυπες και αργότερα παράνομες. Και όλα αυτά συμβαίνουν με την υποστήριξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Η κατοχή έχει δηλητηριάσει κάθε ισραηλινό θεσμό, τον ένα μετά τον άλλο. Τα πανεπιστήμια παραδίδουν μαθήματα προπαγάνδας (hasbara) ενώ κρατούν αποστάσεις από “αντι-ισραηλινό περιεχόμενο”, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αυτολογοκρίνονται όλο και περισσότερο και το Ανώτατο Δικαστήριο φτάνει σε επίπεδα που καμία δυτική δημοκρατία δεν έχει πλησιάσει. Το Ισραήλ μεταβάλλει τον εσωτερικό του κώδικα συμπεριφοράς και αυτό για χάρη της διατήρησης του ελέγχου πάνω στους Παλαιστίνιους.

Το κίνημα για μποϊκοτάζ δεν γεννήθηκε στο Ισραήλ και η δικαστική αυτή απόφαση δεν θα το επηρεάσει ιδιαίτερα. Αντιθέτως, το κίνημα θα κερδίσει περισσότερο έδαφος. Όμως μια κολοσσιαία μεταμόρφωση συντελείται μέσα στην ισραηλινή κοινωνία. Κρίνοντας από το εκλογικό αποτέλεσμα – που η Δεξιά ερμηνεύει ως καθαρή εντολή να εφαρμόσει τις ιδέες της – βρισκόμαστε μόνο στην αρχή.

Άρθρο μεταφρασμένο από το +972

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: